Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

και τώρα;

karol,
Χθες, αν θυμάμαι καλά, μου ζήτησες τον κωδικό του μέιλ μας (αν ήταν βιβλίο, θα χρειαζόταν ξεθάψιμο και ξεσκόνισμα για να στο δώσω) και μου θύμησες αυτό το μπλογκ που είχαμε δημιουργήσει πριν 7 περίπου μήνες (επειδή έπρεπε κυρίως).
Στέκεται ακόμα, καθώς κανείς μας δεν το διαγράφει, με λιγοστούς αναγνώστες (αμφιβάλλω αν το παρακολουθεί κανένας αφού κι εμείς το αφήσαμε στο έλεός του) και την τελευταία ανάρτηση το χειμώνα. Α! έχει και αυτή την ανούσια ψηφοφορία! Αυτή κάποια στιγμή πρέπει να διαγραφεί! Μπορεί, όπως ξέρεις εγώ να πιστεύω στην αλλαγή του κόσμου, αλλά δεν είναι ερώτηση αυτή για γκάλοπ! φτηνή και ψεύτικη, όπως και οι απαντήσεις...
Anyway! Good job, I have to say. Δημιουργικές και διδακτικές οι ώρες κατασκευής του στο εργαστήριο! -εντάξει, εδώ γελάς...Ωστόσο, πήρε το μάτι μου ένα καινούργιο μπλογκ σχετικά με τις princeton's...! (άρα ήταν διδακτικές, σωστά;)
[Θα μπορούσε το imagine να γνωστοποιήσει τις καλλιτεχνικές και ανθρώπινες ανησυχίες μου!! Δεν είχα την υποστήριξη να εκφραστώ.... Θα μείνω και εγώ στο ράφι... :( :'(  Καλά, εντάξει, σταματάω τις χαζομάρες..... αλλά να περιμένεις τη μέρα που θα αναδειχθώ! :Ρ]
Κλείνοντας και προσπαθώντας να απαντήσω στην αρχική ερώτηση, τώρα καλή συνέχεια διακοπών, υπομονή, επιμονή και αποφασιστικότητα. Τώρα τέλος εκείνες οι ημέρες (τάξη, φασαρία, ψίθυροι, φωτογραφίες, αφιερώσεις (τις έχω!), διαγωνίσματα, κόντρες, συζητήσεις, ανταλλαγή απόψεων!). Τώρα μεγαλώσαμε κι άλλο. Τώρα νέος κύκλος επεισοδίων σε δυο μήνες, σε άλλο σκηνικό, διαφορετικό για τον καθένα. Τώρα.....
.asa. B-) take care
ps: έκανα μια αναφορά στη διαγραφή αυτού, αλλά μην το πάρεις και στα σοβαρά....:Ρ

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Το μονόγραμμα - Ελύτης

Θά πενθώ πάντα -- μ'ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ'αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ'αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ'έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ'αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ'αγαπώ καί σ'αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ'ουρανού με τ'άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν'αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ'αλλού φερμένο
Δέν τ'αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ'ακούς ;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ'ακούς ;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ'ακούς ;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ'ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ'ακούς
Είμ'εγώ,μ'ακούς ;
Σ'αγαπώ,μ'ακούς ;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ'ακούς ;
Πού μ'αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ'ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ'τούς κατακλυσμούς ;
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά'ρθει μέρα,μ'ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα,μ'ακούς ;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν'ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ'ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ'ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ'ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ'ακούς ;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ'ακούς ;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ'ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ'ακούς ;
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ'ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν'ανθίσει αλλιώς,μ'ακούς ;
Σ'άλλη γή,σ'άλλο αστέρι,μ'ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ'ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ'άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ'ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ'ακούς ;
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ'ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ'ακούς ;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ'εγώ πού φωνάζω κι είμ'εγώ πού κλαίω,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,μ'ακούς;

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Ανεμολόγιο - Τριπολίτης Κώστας

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ' ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου (Deutsche Krigsfibel) - Bertolt Brecht

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΨΗΛΑ
θεωρούνε ταπεινό να μιλάς για το φαΐ.
Ο λόγος; έχουνε κι όλας φάει.

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής.

Πώς ν’αναρωτηθούν πού’θε έρχονται
και πού πηγαίνουν; Είναι,
τα όμορφα δειλινά,
τόσο αποκαμωμένοι

Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
δεν τά’χουν ακόμα δει
όταν σημαίνει η ώρα τους.

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
γι’αυτό που είναι ταπεινό
ποτέ δεν θα υψωθούν.

ΤΟ ΗΠΕΡΟΛΟΓΙΟ ΔΕ ΔΕΙΧΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ.
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
Είναι ανοιχτές. Κάποια απ’ αυτές
θα σφραγιστεί μ’ ένα σταυρό.


ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΓΙΑ ΨΩΜΙ.
Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές.
Οι άνεργοι πεινούσαν. Τώρα
 πεινάνε κι όσοι εργάζονται.
Τα χέρια που ήταν σταυρωμένα, σαλεύουν πάλι:
Φτιάχνουν οβίδες.

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΡΠΑΖΟΥΝ ΤO ΦΑΙ ΑΠ' ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
κηρύχνουν τη λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
ζητάνε θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν.
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
λεν πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
είναι πάρα πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΨΗΛΑ ΛΕΝΕ: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά.
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα.

Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα.
Έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά.

Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους.

ΟΤΑΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΨΗΛΑ ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ
 ο απλός λαός ξέρει
πως έρχεται ο πόλεμος.

Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο
οι διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί.

ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ, ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ ΓΡΑΜΕΝΟ:
"Θέλουνε πόλεμο".
Αυτός που το΄χε γράψει
έπεσε κι όλας.

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΨΗΛΑ ΛΕΝΕ:
Να ο δρόμος για τη δόξα.
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε:
Να ο δρόμος για το μνήμα.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ
δεν είναι ο πρώτος. Πριν απ’ αυτόν
 γίνανε κι άλλοι πόλεμοι.
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος,
υπήρχαν νικητές και νικημένοι.
Στους νικημένους, ο φτωχός λαός
πέθαινε απ’ την πείνα. Στους νικητές
ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο.

ΣΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ, ΠΟΛΛΟΙ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους.
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή.
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

ΝΥΧΤΑ
Τ’αντρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά.

ΣΤΡΑΤΗΓΕ, ΤΟ ΤΑΝΚ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΜΗΧΑΝΗΜΑ
Θερίζει δάση ολόκληρα κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται οδηγό.

Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο.

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Ξέρει να σκέφτεται.